μῦς, μυός

μῦς, μυός
+ N 3 1-6-0-0-0=7 Lv 11,29; 1 Sm 5,6; 6,1.5(bis)
mouse

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μυός — μῦς mouse masc/fem gen sg μῦς mouse masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μυός — Μῦς mouse masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μυς — Βλ. λ. μύες. * * * (I) ο (ΑΜ μῡς, υός, Α σπαν. και ως θηλ.) 1. ονομασία τρωκτικών θηλαστικών, ποντίκι, ποντικός (α. «μῡς ἀρουραῑος» ο ποντικός τών αγρών, ο αρουραίος β. «οἱ δὲ τῶν Περσών μάγοι τοὺς μῡς ἀπεκτίννυσαν», Πλούτ.) 2. ανατ. ο μυς τού… …   Dictionary of Greek

  • μυς — ο μυός, πληθ. μύες 1. καθένα από τα όργανα του σώματος που έχουν την ιδιότητα να συστέλλονται και να κινούν άλλα όργανα, πάνω στα οποία προσφύονται. 2. ο ποντικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυγωματικός μυς — Μυς του προσώπου που διακρίνεται στον μείζονα ζ.μ. που εκφύεται από το ζυγωματικό τόξο και καταφύεται στη γωνία του στόματος, της οποίας επιτυγχάνεται η έλξη με τη σύσπαση του μυός αυτού, και στον ελάσσονα ζ.μ. που εκφύεται από την παρειακή… …   Dictionary of Greek

  • μυϊκός — ή, ό (ανατ. βιολ.) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους μυς ή αυτός που αποτελείται από μυς (α. «μυϊκή δύναμη» β. «μυϊκή λειτουργία» γ. «μυϊκός ιστός») 2. φρ. α) «μυϊκές ίνες» τα χαρακτηριστικού επιμήκους σχήματος κύτταρα από τα οποία… …   Dictionary of Greek

  • μυοειδής — ές (Μ μυοειδής, ές) αυτός που μοιάζει με μυ, αυτός που εμφανίζει δομή μυός και που μπορεί να συσπάται σαν μυς νεοελλ. φρ. «μυοειδής όγκος» όγκος που αποτελείται από λείο μυϊκό ιστό. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῦς, μυός «όργανο τού σώματος» + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • μυόλεμμα — και μυείλημα, το ανατ. διαφανές σωληνώδες υμενώδες έλυτρο που περιβάλλει εγκαρσίως καθεμιά γραμμωτή μυϊκή ίνα, αλλ. σαρκείλημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μυόλεμμα είναι αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. myolemma (< μυς, μυός «όργανο τού σώματος» + λέμμα*… …   Dictionary of Greek

  • μυογράφημα — και μυόγραμμα, το η γραφική παράσταση τής συστολής ενός μυός, η οποία επιτυγχάνεται με τον μυογράφο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. myograph / myogram (< μυς, μυός «όργανο τού σώματος» + γράφημα / γράμμα < γράφω)] …   Dictionary of Greek

  • μυοκλονία — η ιατρ. σύντομη ακούσια συστολή τμήματος ή ολόκληρου μυός, ακόμη και ομάδας μυών, με ορατή ή μη ορατή μετακίνησή τους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. myoclonie (< μυς, μυός «όργανο τού σώματος» + κλονία < κλόνος < κλονώ / κλονίζω)] …   Dictionary of Greek

  • μυοσίτιδα — Επώδυνη φλεγμονή μυός, που μπορεί να προκληθεί από λοίμωξη, τραυματισμό ή διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος του σώματος. * * * η ιατρ. φλεγμονή τού μυϊκού ιστού, που μπορεί να προκληθεί από λοιμώδεις παράγοντες ή να εκδηλωθεί στο πλαίσιο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”